Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Εθελοντούμε — Σύλλογος Φίλων Παιδιών, Εφήβων, Ενηλίκων ΑμεΑ και όλων των παιδιών

Σήμερα συνάντησα στη λαϊκή τη Μαρία.

· Διαχειριστής Εθελοντούμε

Σήμερα συνάντησα στη λαϊκή τη Μαρία.
Με το γνώριμο ντύσιμό της: ένα κολάν και ένα T-shirt, με τα μαλλιά της πρόχειρα πιασμένα σε κοτσίδα με ένα απλό λαστιχάκι και ένα φθηνό ρολόι στο χέρι. Μαύρα γυαλιά καλής ποιότητας και ανατομικά σανδάλια. Φορτωμένη σαν υποζύγιο με σακούλες γεμάτες ζαρζαβατικά.

Γύρισε και μου χαμογέλασε.

«Πού είσαι, ρε Μαράκι; Ο Βαγγέλης σου πώς είναι;»

Η Μαρία είναι μητέρα τριών παιδιών, όμως εγώ ρώτησα για το τρίτο της παιδί, έχοντας μέσα μου τη βεβαιότητα ότι τα άλλα δύο είναι καλά.

«Δεν τα ξέρεις, ρε κορίτσι… Το καλοκαίρι καλοπερνάμε», μου είπε ειρωνικά και μου έπιασε το χέρι μου για να δω το δικό της, γεμάτο πληγές και σημάδια, και κούνησε το κεφάλι σαν να προσπαθούσε εκείνη να παρηγορήσει εμένα.

«Μαρία, έχουμε ελπίδες. Κάτι θα γίνει, θα το δεις», της είπα.

Χαμογέλασε πικρά.

«Μακάρι… Μακάρι, γιατί μας ξέχασαν.»

Και τότε, στη βιτρίνα ενός μαγαζιού, είδα το είδωλό μας.

Οι Μαρίες ήμασταν δύο.

Με το ίδιο σχεδόν ντύσιμο. Με την ίδια αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Με τα ίδια πληγωμένα χέρια.

«Ο άντρας σου πώς είναι;»

«Άυπνος. Δουλεύει στη χαλυβουργία και μετά θα γυρίσει σπίτι, θα κάνει ένα μπάνιο και θα φύγει για ντελίβερι. Αν είμαστε τυχεροί, ίσως κοιμηθούμε σήμερα.»

Και σκέφτηκα τον δικό μου Βαγγέλη… Να με παίρνει αγχωμένος τηλέφωνο για να με ρωτήσει αν έφαγε το παιδί, αν πήρε τα φάρμακά του, αν αντέχω… Και να μου λέει πως απόψε, αν όλα πάνε καλά, θα κοιμηθούμε αγκαλιά.

Της είπα:

«Κουράγιο, αδερφή μου. Ξέρω τι περνάς.»

Και τα μάτια και των δυο μας γέμισαν δάκρυα.

«Έλα το Σάββατο για μπάνιο. Θα είμαστε μόνο φασματοοικογένειες.»

«Θα έρθω, Δέσποινα μου. Έχω ανάγκη να μιλήσω με έναν άνθρωπο. Τι να φέρω;»

«Εσάς», της απάντησα.

Οι φασματοοικογένειες ζουν, στην πραγματικότητα, πάντα πρακτικά.

Δεν έχουν χρόνο για τον εαυτό τους.

Τα μαύρα γυαλιά κρύβουν τους μαύρους κύκλους από τα άυπνα μάτια τους.

Ο καφές είναι σχεδόν πάντα στο χέρι, γιατί πιστεύουν πως τους κρατάει όρθιους.

Τα πόδια τους βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση. Ίσως γι’ αυτό φορούν πάντα καλά, ανατομικά παπούτσια.

Μοναχικοί. Κουρασμένοι. Άνθρωποι που δεν σταματούν ποτέ.

Γιατί ο δρόμος τους δεν έχει τέρμα. Και όταν κάποτε τελειώσει, πρέπει να έχουν ήδη φροντίσει για το «μετά».

Δεν αναζητούν επιβεβαίωση.

Την έχουν ήδη κερδίσει μέσα από την πορεία με το παιδί τους.

Έχουν μια σοφία που δεν την απέκτησαν από πτυχία. Την απέκτησαν μέσα από την υπομονή, τον καθημερινό μόχθο και την απέραντη ανοχή.

Το πιο γλυκό, όμως, ήταν όταν την είδα να φεύγει φορτωμένη και πρόσεξα τα δύο χρυσά σκουλαρίκια της να λαμπυρίζουν στον ήλιο.

Και τότε κατάλαβα…

Η Μαρία είναι γυναίκα.

Είναι θηλυκό.

Είναι το κοριτσάκι του άντρα της.

Το ότι φορά μόνο αυτά τα δύο σκουλαρίκια σημαίνει πως δεν το έχει ξεχάσει.

Σημαίνει πως εξακολουθεί να θέλει να αγαπιέται.

Να τη θαυμάζει ο άνθρωπός της.

Να την προσέχει.

Δεν θέλει να είναι μόνο η μαχήτρια, η φροντίστρια, η νοσηλεύτρια.

Θέλει να είναι και ποθητή.

Γιατί η Μαρία αγαπιέται και είναι ερωτεύσιμη. Ακόμα και με δύο χρυσά σκουλαρίκια.

Δεν χρειάζεται περισσότερα στολίδια.

Στολίδι είναι η αξία της.

Στολίδι είναι η μητρότητά της.

Και ομορφιά είναι τα πληγωμένα της χέρια.

Αυτά αγαπά ο καλός της.

Τη δύναμη της ψυχής της.

Την αξιοπρέπειά της.

Την αλήθεια της.

Και εκείνη αγαπά ακριβώς τα ίδια σε εκείνον.

Η Μαρία δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα.

Η Μαρία είναι από τους ανθρώπους που αγαπιούνται, γιατί το αξίζουν πραγματικά.

Επιστροφή στα νέα